Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Η ψυχή και αξιοπρέπεια δεν έχουν χρώμα & φυλή


Από την Αλκυόνη

Δευτέρα απόγευμα, Ομόνοια, οδός Πειραιώς ακριβώς έξω από την Ανώτατη Σχολή Εθνικού Θεάτρου πίσω από τη στάση των λεωφορείων. Τα λεωφορεία απεργούν (και πάλι) αλλά η στάση γεμάτη κόσμο ο ποίος περιμένει το δικό του λεωφορείο για το σπίτι μιας και δεν έχει άλλη επιλογή.

Μόλις έχω σχολάσει από το γραφείο, έξι η ώρα, ο ήλιος έχει φύγει ωστόσο δεν έχει προλάβει να νυχτώσει.

Είναι εκείνη η ώρα της ημέρας, η «αγαπημένη μου ώρα της ημέρας» που την λατρεύεις, ο ήλιος φεύγει και μαζί του φεύγει όλη η ταλαιπωρία, το άγχος, τα νεύρα και η κούραση που έφερε. Ξαφνικά αποκτάς μια ανεξήγητα καλή και αισιόδοξη διάθεση,το βήμα σου γίνεται πιο ανάλαφρο.

Η οδός αρχίζει να παίρνει άλλη μορφή, δεν φαίνονται τόσο καλά όλες οι λεπτομέρειές της, μοιάζει πιο όμορφη, πιο ανθρώπινη. Ίσως κάτι που πάει να μεταμορφωθεί σε επικίνδυνο και απόμακρο, ίσως η τελευαία σου ευκαιρία για σήμερα να περπατήσεις μόνος σου εκεί αφού το βράδυ δεν θα τολμούσες.

Το βράδυ δεν κυκλοφορούν εδώ οι «κανονικοί» άνθρωποι με τις γραβάτες, και τους χαρτοφύλακες στο χέρι, οι σοβαροί άνθρωποι, οι ακίνδυνοι άνθρωποι, οι όμοιοι με σέναάνθρωποι, οι φιλικοί προς εσένα άνθρωποι που όμως περπατάνε με γοργό βήμα και το κεφάλι σκυμμένο ίσως για να μην προλάβουν να συνηθίσουν τον δρόμο. Με τον φόβο πως ίσως εναρμονιστούν με την περιοχή και μαθαίνοντάς την ίσως σταματήσουν να θεωρούν τον εαυτό τους ξένο εκεί, ίσως θεωρηθούν κομμάτι της ομάδας αυτής που κυκλοφορεί εκεί.

Άνθρωποι τους οποίους «δυστυχώς» η δουλεία αναγκάζει να περπατούν εκεί. Ο δρόμος για το σπίτι τους καμία σχέση δεν έχει με αυτόν τον βρώμικο γεμάτο μετανάστες και περιθωριακά άτομα δρόμο, που ούτε καν ένα δέντρο δεν έχει, ούτε ακριβά μαγαζία και ανθρώπους της καλής κοιωνίας.

Το βράδυ λοιπόν δεν τολμάς να περάσεις από εκεί, δεν έχεις θέση εκεί μετά τις 6. Φοβάσαι; Κατάντησες να φοβάσαι τον συνάνθρωπο ή μήπως ο πακιστανός δεν είναι στην κατηγορία «συνάνθρωπος»; Ίσως όχι και τόσο αδικαιολόγητος ο φόβος αφού το πρωί όταν βγήκες από το μετρό στην Ομόνοια, με τα μάτια στο πάτωμα, κάτι που έμαθες κι εσύ να κάνεις όταν πηγαίνεις στη δουλειά, παρατηρείς στο πεζοδρόμιο έναν καινούριο «λεκέ». Ναι, είναι «λεκές» από αίμα ο οποίος αποκλείεται να ήταν εκεί χθές που σχόλασες αφού και πάλι τα ίδια ακριβώς βήματα είχες κάνει με τα μάτια στο πάτωμα και ο «λεκές» σίγουρα δεν ήταν εκεί. Όχι, αποκλείεται να ήταν εκεί, καινούριος είναι. Σίγουρα.

Τι να έγινε άραγε το βράδυ που η είσοδος για σένα είναι απαγορευμένη; Μήπως τελικά δεν έχεις άδικο που φοβάσαι; Μήπως αν τολμήσεις να έρθεις εδώ τις ώρες που δεν είναι για το «κοινό» κινδυνεύεις να πάθεις το ίδιο; Ή από την άλλη λες να έχει συμβεί κάτι άλλο;.....Αλλά τι σε νοιάζει; Προχωράς και πηγαίνεις στη δουλειά σου.

Αρκετά όμως, φοράω λοιπόν τα ακουστικά μου, την τσάντα όχι πια όπως συνήθιζα στον ώμο αλλά χιαστί, πράγμα το οποίο έμαθα να κάνω όταν άρχισα να διασχίζω τον «δρόμο», βλέπεις είναι επικίνδυνα τα πράγματα εδώ και ειδικά τώρα. Κινητά και mp3 στις τσέπες και φυσικά έχοντας τα χέρια μέσα σε αυτές. Αν το κινητό σου είναι ακριβό και τύχει να χτυπήσει την ώρα που είσαι εκεί δεν το σηκώνεις είναι και αυτό επικίνδυνο, αυτό ήταν συν τοις άλλοις στις οδηγίες που σου έδωσαν όταν είπες που θα είναι η νέα σου δουλειά. Είσαι λοιπόν προετοιμασμένος για τον κίνδυνο.

Περπατώντας, δεξιά και αριστερά σε προσπερνούν και προσπερνάς ανθρώπους που κατά βάθος ίσως και να φοβάσαι. «Δεν πρέπει όμως να δείξεις άπειρος ανάμεσά τους γιατί έτσι σε βλέπουν ως στόχο», μου είχαν πει. Περπατάς λοιπόν με άγριο βήμα και βλέμμα, από τη βιασύνη σου κάποιες φορές πέφτεις πάνω τους αλλά δεν λες συγγνώμη όπως θα έκανες σε άλλη περίπτωση και όταν τύχει αυτοί να πέσουν πάνω σου εκνευρίζεσαι αφάνταστα και το δείχνεις κι όλας.

Περπατάω όλο και πιο γρήγορα για να μην με βρει η νύχτα εδώ, προσπερνάω τον έναν μετά τον άλλον, ως που μπροστά μου βρέθηκαν 3 άνδρες στη σειρά ο ένας δίπλα στον άλλον, φυσικά ήταν αλλοδαποί ίσως από κάποια αραβική φυλή. Εκείνοι εννοείται πως δεν βιαζόντουσαν αυτός ήταν ο απογευματινός τους περίπατος άλλωστε. Δεν μπορούσα να ποσπεράσω, μπορεί και να εκνευρίστηκα αλλά συνέχισα να πορεύομαι πίσω τους.

Ξαφνικά ο ένας σταματάει, σκύβει και ίσα που πρόλαβα να δω πως πήρε ένα μικρό (πολύ μικρό) κομματάκι ψωμί από κάτω.

Το πήρε και το έβαλε στο περβάζι του παραθύρου της Σχολής, ίσως για να το πάρει κάποιο περιστέρι. Ίσως γιατί όπως μας έλεγαν μεγαλώνοντας, το ψωμί πρέπει να το σέβεσαι;


Οι «άθλιοι» αυτοί τύποι μπορούν να έχουν τέτοια ευαισθησία μέσα τους; Μπορεί η (καλή) γιαγιά του χωριού να έχει σημείο ταύτισης με τον (κακό) μετανάστη της Πειραιώς;

Πώς γίνεται εμείς, εμείς που είμαστε οι καλοί που σεβόμαστε τους άλλους, που δεν είμαστε επικίνδυνοι, που φοράμε τη γραβάτα το πρωί πριν πάμε στο γραφείο, να πατάμε το ψωμί; Πως γίνεται να μην μας πέρασε απ το μυαλό να σκύψουμε ή ακόμα καλύτερα να μην το πετάξουμε; Μήπως η γραβάτα δεν σου επιτρέπει να σκύψεις τόσο χαμηλά;

Μήπως δεν το είδες;.....Μπα, το είδες. Αφού περπατάς με το κεφάλι γυρισμένο προς τα κάτω σίγουρα θα το είδες. Μήπως δεν σου πέρασε καν από το μυαλό; Μάλλον δεν το θεωρήσες και τόσο σημαντικό. Στην αρχή που τον είδες να σκύβει σκέφτηκες «θα πεινάει και σκύβει να πάρει το πεταμένο κομμάτι...» Όταν όμως το ακούμπησε στο περβάζι;Θέλησες να το εξηγήσεις κάπως και να δεχτείς ότι ο άνθρωπος αυτός μπορεί και να έχει κάποιες αξίες μέσα του και να μην είναι τελικά έτσι όπως εσύ νόμιζες; Μπα....μάλλον προσπέρασες συνεχίζοντας να έχεις ακόμα πιο βαθιά τα χέρια στις τσέπες και την «αγαπημένη σου ώρα της ημέρας» να χει φύγει πλέον μιας και νύχτωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου