Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Όταν ένα μολύβι μικραίνει

Η Ερωδίτη Παππά

Της Ερωδίτης Παπά

Προλογίζει η Μαρίνα Σωτηρόγλου η οποία κάνει την επιμέλεια του κειμένου και των φωτογραφιών...


Ευχαριστούμε πολύ και τις δύο τις κοπέλες για το μοναδικό αυτό κείμενο...


"Η σκηνή ξεθώριασε. Τώρα ήξερε, ότι πολλές φορές δεν αρκεί μόνο να αγαπάς κάποιον για να μπορέσεις να τον βοηθήσεις. Πρέπει κι ο ίδιος να θέλει να βοηθηθεί, και κάποιες φορές, πρέπει να σου δείξει πώς να το κάνεις".

"Κάποιες στιγμές στη ζωή μας,» σκέφτηκε, «είναι σαν τα πυροτεχνήματα… τόσο έντονες και τόσο μαγικές... Όσο όμως έντονα και ξαφνικά ξεκινούν, τόσο έντονα και ξαφνικά τελειώνουν, χωρίς να αφήνουν ίχνη πίσω τους".


Η Ερωδίτη Παπά μια νέα συγγραφέας με πολλές καλλιτεχνικές ανησυχίες και φίλη του Πινακίου αποφάσισε να μας στείλει ένα μικρό δείγμα της δουλειάς της και την ευχαριστούμε για αυτό. Η Ερωδίτη είναι 25 χρονών , απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και ερασιτέχνης φωτογράφος. Ξεκίνησε να γράφει από τα πρώτα εφηβικά της χρόνια κείμενα και στίχους μουσικής. Το παρακάτω κείμενο έχει αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά και βασίζεται στο πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και την μετέπειτα ενήλικη ζωή.
"Ξεκίνησε με ένα απλό μολύβι"
Το δωμάτιό της βρισκόταν στον δεύτερο όροφο της μονοκατοικίας. Ένα ψηλό δέντρο, έφτανε τόσο κοντά στο παράθυρο, που μπορούσε να παρατηρεί τα πουλιά που πηγαινοέρχονταν στα κλαδιά του.
Είχε πολύ όρεξη να γράψει σήμερα. Πήρε μπροστά της μερικές κόλλες αναφοράς, και μερικά μολύβια. Από μικρή της άρεσε να γράφει με μολύβια, και συνήθως με χρωματιστά μολύβια για να δίνει χρώμα και ζωντάνια στις σκέψεις της.

Ξεκίνησε με ένα απλό μολύβι. Το ακόνισε στην ξύστρα κι ένα ρεύμα αέρα παρέσυρε τη μολυβένια σκόνη στο περβάζι του παραθύρου. Τη φύσηξε απαλά κι εκείνη προσγειώθηκε στο κλαδί του δέντρου. Ένα πουλάκι πλησίασε, την τσίμπησε, και πέταξε μακριά. Στήριξε το κεφάλι στο χέρι της κλείνοντας τα μάτια. Ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε στην αυλή του σπιτιού της, τρέχοντας χαρούμενη για να δείξει στη γιαγιά της το απόκτημά της. Άνοιξε τις χούφτες της, και ξεπρόβαλε το κεφαλάκι ενός πουλιού, που βρήκε παγωμένο από τη βροχή.
"Πρέπει να το ζεστάνουμε." είπε η γιαγιά της. 
"Εγώ θα το ζεστάνω!", φώναξε και το έσφιξε στην αγκαλιά της. Μετά από λίγο, πήγε κλαίγοντας προς το μέρος της. 
"Τι συμβαίνει αγάπη μου;", την ρώτησε.
"Δεν τα κατάφερα..."είπε δείχνοντας το ξεψυχισμένο πουλάκι στη χούφτα της.
"Νομίζω ότι το ζέστανες.", της απάντησε. "Αλλά η πολλή αγάπη σου, δεν το άφησε να αναπνεύσει καθώς το έσφιγγες στην αγκαλιά σου...και ξεψύχησε."
Εκείνη την κοίταζε μπερδεμένη. Η αγάπη ήταν κάτι καλό. Πώς ήταν δυνατόν να κάνει τόσο κακό και να πνίξει ένα αθώο πουλάκι;
Η σκηνή ξεθώριασε. Τώρα ήξερε, ότι πολλές φορές δεν αρκεί μόνο να αγαπάς κάποιον για να μπορέσεις να τον βοηθήσεις. Πρέπει κι ο ίδιος να θέλει να βοηθηθεί, και κάποιες φορές, πρέπει να σου δείξει πώς να το κάνεις.

"Πολλές φορές η λύση των προβλημάτων μας είναι τόσο απλή"
Πήρε το γαλάζιο μολύβι. Το χρησιμοποιούσε πάντα όταν ήθελε να γράψει για την θάλασσα. Ακόνισε την μύτη του και ο αέρας παρέσυρε την χρωματιστή σκόνη έξω, ρίχνοντάς την στην αυλή. Το πράσινο του εδάφους, αντικαταστάθηκε από το βαθύ μπλε της θάλασσας. Ένα κοριτσάκι σκόνταψε σε μια πέτρα, έπεσε μπρούμυτα κι άρχισε να επιπλέει στο νερό. Ένιωσε ότι η ζωή της τελείωνε, καθώς της κοβόταν η αναπνοή. Ξαφνικά ένα χέρι την έπιασε από τα μαλλιά και την τράβηξε. Ρούφηξε με δύναμη τον αέρα προσπαθώντας να αναπληρώσει τις ανάσες που έχασε. 
"Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται!", της είπε η θεία της ενώ ο πατέρας της έτρεχε δίπλα της.
"Μικρούλα", της χαμογέλασε, "αν ξαναγίνει, δώσε ώθηση στο σώμα σου προς τα πίσω και πάτησε με τα πόδια στο βυθό. Είναι τόσο απλό."
"Τόσο απλό...", ψιθύρισε αφήνοντας το μολύβι. Πολλές φορές η λύση των προβλημάτων μας είναι τόσο απλή, που βρίσκεται μπροστά μας κι είναι θέμα κοινής λογικής να την εφαρμόσουμε....όμως κάποιες φορές, ακόμα κι αν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αμφιβάλουμε....και χρειαζόμαστε κάποιον, μόνο για να μας το επιβεβαιώσει...


Σειρά είχε το πράσινο μολύβι. Αυτό το χρώμα πάντα την ηρεμούσε και τροφοδοτούσε τη φαντασία της. Η πράσινη σκόνη αιωρήθηκε στο δωμάτιο και προσγειώθηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης. Από μικρή της άρεσε να διαβάζει βιβλία, και ιστορίες φαντασίας. Φανταζόταν μάλιστα ότι οι ήρωές τους ήταν πραγματικοί. Έμενε ξύπνια πολλά βράδια, συζητώντας μαζί τους ό,τι την απασχολούσε, μέχρι που διαπίστωσε ότι είχε μείνει χωρίς πραγματικούς φίλους, χαμένη στον κόσμο που είχε πλάσει. Τότε άρχισε να απομακρύνεται από αυτή τη φανταστική ζωή και να προσγειώνεται στην πραγματικότητα.


Πολλές φορές, συνάντησε δυσκολίες και της έλειπαν οι "χάρτινοι" ήρωες που συμφωνούσαν μαζί της και τη στήριζαν ακόμα κι αν έκανε λάθος, όμως καταλάβαινε ότι όλο αυτό ήταν ένα ψέμα. Καταλάβαινε, ότι όσο δύσκολες και σκληρές και αν ήταν οι καταστάσεις που ζούσε, έπρεπε να τις αντιμετωπίζει μόνη της.

"Τις δυσκολίες έπρεπε να τις αντιμετωπίζει μόνη της"
Ακόνισε το μπλε μολύβι και η σκόνη του έβαψε σκούρο μπλε τον μέχρι πρότινος γκρίζο ουρανό. Η αυλή μετατράπηκε στο προαύλιο ενός πανεπιστημίου. Δύο κοπέλες μιλούσαν, όταν μια τρίτη τις πλησίασε προτείνοντας έξοδο για το βράδυ.
«Είδα το πάσο της. Είναι πολύ μεγαλύτερο έτος από ότι λέει.», είπε η μία μόλις απομακρύνθηκε.
«Είδες τα σημάδια στα χέρια της; Έλεγε ότι της πήραν αίμα. Δεν παίρνουν αίμα από εκείνο το σημείο.»
«Ξέρουμε καλά ποιοι έχουν τέτοια σημάδια στα χέρια…καλύτερα να την αποφεύγουμε.»
Η σκηνή άλλαξε, και η μία κοπέλα, βρέθηκε να κάθεται μόνη της. Η φίλη του κοριτσιού που τις είχε πλησιάσει πήγε κοντά της. Όταν έφυγε, εκείνη δάκρυσε. Μόλις είχε μάθει, ότι το κορίτσι που νόμιζαν ότι είχε μπλέξει, δεν βρισκόταν στη ζωή, κι όχι για τον λόγο που υποψιάζονταν. Πάλευε χρόνια με μια πολύ σοβαρή ασθένεια, γι αυτό είχε αργήσει να τελειώσει τη σχολή της. Τα χέρια της είχαν σημάδια λόγω των εξετάσεων που έκανε. Πρώτη φορά ένιωσε τόσο απαίσια. Την είχε αδικήσει πολύ, ενώ εκείνη ήθελε απλά να την πλησιάσει.
Από τότε αποφάσισε πως ποτέ ξανά δεν θα κρίνει κάποιον χωρίς να τον γνωρίσει καλά, γιατί όποιες και να είναι οι ενδείξεις μας, ότι και να δείχνουν οι άλλοι  προς τα έξω, δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ τι κουβαλάει ο καθένας μέσα του.

"Πριν παρασυρθούν τα ξύσματα με μεγάλη ταχύτητα στον ουρανό"

Κράτησε το κίτρινο μολύβι για μερικές στιγμές πριν παρασυρθούν τα ξύσματα με μεγάλη ταχύτητα προς τον ουρανό. Στο δρόμο εμφανίστηκαν δυο αγόρια και δυο κορίτσια, που πήγαιναν να παρακολουθήσουν ένα θέαμα με πυροτεχνήματα. Τα χρώματα και τα φώτα ήταν τόσο ζωντανά, που έκαναν τη νύχτα να μοιάζει μέρα και να γεμίσει χαμόγελα. Η παρέα συνέχισε τη βόλτα της, όταν όμως έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, οι δύο συνέχισαν μαζί....αλλά οι άλλοι δύο, το κορίτσι και το αγόρι, αφού κοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα πήραν διαφορετικούς δρόμους...
Άφησε το μολύβι. «Κάποιες στιγμές στη ζωή μας,» σκέφτηκε, «είναι σαν τα πυροτεχνήματα… τόσο έντονες και τόσο μαγικές... Όσο όμως έντονα και ξαφνικά ξεκινούν, τόσο έντονα και ξαφνικά τελειώνουν, χωρίς να αφήνουν ίχνη πίσω τους.»

"Όσο κι αν θέλουμε να κρατήσουμε κάτι, δεν εξαρτάται πλέον από εμάς"
Συνέχισε με το κόκκινο μολύβι και τα κόκκινα ξύσματα, πέταξαν μακριά, μέχρι που χάθηκαν από το βλέμμα της. Η αυλή έγινε μια τεράστια αμμουδιά. Μια κοπέλα καθόταν στα βράχια δίπλα στη θάλασσα, κρατώντας ένα ξύλινο κουτάκι. Κοιτούσε τον ορίζοντα, σαν να μην ήθελε να κοιτάξει το κουτί, ούτε να το ανοίξει, γιατί φοβόταν ότι αυτό που θα αντίκριζε θα της έκανε κακό. Σήκωσε με αργές κινήσεις το καπάκι. Μέσα υπήρχαν κόκκινα θρύμματα, αυτά απέμειναν από το κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε φυλάξει. Τα έβαλε στη χούφτα της και τα φύσηξε απαλά. Σκόρπισαν στον άνεμο, μέχρι που χάθηκαν από το βλέμμα της. Μετά χάθηκε κι αυτή.
Άφησε το μολύβι. «Πολλές φορές,» σκέφτηκε, «όσο κι αν θέλουμε να κρατήσουμε κάτι, δεν εξαρτάται πλέον από μας... και πρέπει να το αφήσουμε να φύγει, γιατί αλλιώς, μπορεί να μας κάνει κακό, να μην μας αφήσει να προχωρήσουμε. Ακόμα κι αν αυτό το κάτι... είναι μια ανάμνηση.»

Ακόνισε το μωβ μολύβι. Καθώς ο αέρας παρέσερνε τα ξύσματα, ο ουρανός σκοτείνιασε και μια καλοκαιρινή βροχή άρχισε να πέφτει δυνατά. Οι χοντρές σταγόνες θύμιζαν μικρά, αστραφτερά, μωβ διαμαντάκια που σκορπίζονταν στο έδαφος.
"Κλαίει ο ουρανός....", ψιθύρισε.
Έτσι σκεφτόταν από μικρή όταν έβρεχε.
"Μερικές φορές τα δάκρυα δεν είναι άσχημα", σκέφτηκε. "Μας βοηθούν να ελευθερώσουμε αυτό που κρύβουμε μέσα μας και να ξεσπάσουμε, για να δούμε τα πράγματα πιο ήρεμα, και πιο καθαρά, όταν θα χει κοπάσει η μπόρα."
Η βροχή δυνάμωσε.


Ένα φοβερό κείμενο απο την Ερωδίτη Παπά
Το άφησε γρήγορα και πήρε το πορτοκαλί μολύβι. Καθώς η πορτοκαλί σκόνη πετούσε ψηλά, ένας ζεστός πορτοκαλί ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από τα σκούρα σύννεφα, ενώ η βροχή σταματούσε. Οι άλλοτε μωβ σταγόνες, είχαν γίνει διάφανες κι έλαμπαν σαν διάφανα διαμάντια πάνω στο γρασίδι και στα φύλλα των δέντρων.

Τότε, η σκόνη από όλα τα μολύβια, εκτός από το γκρίζο, αφού ο γκρίζος ουρανός είχε εξαφανιστεί, στροβιλίστηκε στον αέρα σχηματίζοντας ένα πανέμορφο ουράνιο τόξο.

"Η ζωή μας είναι σαν ένα ουράνιο τόξο", σκέφτηκε. 

"Κάθε χρώμα, αντιπροσωπεύει μια σημαντική στιγμή που ζήσαμε, ένα μάθημα που πήραμε. 

Μα πρέπει να περάσουμε μέσα από όλα τα χρώματα, ένα προς ένα, για να δούμε να σχηματίζεται το ουράνιο τόξο. 


Τότε πλέον θα είμαστε έτοιμοι να δώσουμε στη ζωή μας το πραγματικό χρώμα που της αξίζει, το πιο αγνό  που συνθέτουν όλα αυτά τα χρώματα μαζί, το λευκό."

5 σχόλια:

  1. Γιάννης Μυλωνάς27 Μαΐου 2013 - 9:07 μ.μ.

    Πολύ ωραίο μπράβο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συγχαρητήρια!!! Εξαιρετικό!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συγχαρητήρια.. Συγκλονιστικο. Εύχομαι κάποια μέρα να γίνεις συγγραφέας και να εκδόσεις πολλά βιβλία. Είμαι φαν σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή