Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Αρμένιοι Πρόσφυγες στην Κέρκυρα

 Του  Σπυρίδωνος Χ. Μουρατίδη*

Γαστούρι Κέρκυρας. Το ορφανοτροφείο της Αμερικανικής Περίθαλψης Εγγύς Ανατολής από το Αρχείο του κ. Μουρατίδη

 Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Κέρκυρα λειτούργησε ως κέντρο υποδοχής προσφύγων. Η έλευση των προσφύγων πραγματοποιήθηκε στη μεγάλη τους πλειονότητα με τη μορφή ομαδικών αποστολών. Μεμονωμένες αφίξεις προσφύγων υπήρχαν από την αρχή ταυτόχρονα με τις ομαδικές αποστολές, αφορούσαν δε μεμονωμένα άτομα, μέλη κάποιας οικογένειας, με τη στενότερη ή την ευρύτερή της έννοια , που έρχονταν στο νησί για να ενωθούν μαζί της.
   Η Κέρκυρα δεν είχε τη δυνατότητα να κρατήσει κάποιο σημαντικό ποσοστό από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, που κατέφυγαν σε αυτή. Η έλλειψη δυνατότητας επαγγελματικής αποκατάστασης ήταν ο κυριότερος από τους λόγους οι οποίοι ανάγκασαν τους πρόσφυγες να φύγουν από αυτήν, αναζητώντας κάποιο καταλληλότερο μέρος για οριστική εγκατάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα. Έτσι, από τους 30.000 περίπου πρόσφυγες που κατέφυγαν στο νησί, το 1930 απέμειναν περίπου 2.000.
    Στην Κέρκυρα, όπως εξάλλου και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, προσέφυγαν και Αρμένιοι πρόσφυγες. Ελάχιστοι ήταν όμως αυτοί οι οποίοι παρέμειναν στο νησί. Η αναχώρησή τους, στην συντριπτική τους πλειονότητα, έγινε ομαδικά. Στις 30 Οκτωβρίου 1923, το Υπουργείο Υγιεινής, λίγες ημέρες  αφού είχε αποδεχτεί το αίτημα εξήντα αρμενίων προσφύγων για μετακίνησή τους στην Ανατολική Μακεδονία, αλλάζει τακτική και περιορίζει τις μετακινήσεις των Αρμενίων στην περιοχή αυτή, προδιαγράφοντας έτσι το πλαίσιο βάσει του οποίου θα γίνονταν αργότερα οι ομαδικές τους μετακινήσεις, οι οποίες θα πραγματοποιούνταν ανεξάρτητα από τη θέλησή τους. Η αλλαγή αυτή στο σχεδιασμό του Υπουργείου, όσον αφορά την κατανομή στον ελλαδικό χώρο των αλλοεθνών προσφύγων, αποτελεί μέρος της προσπάθειας διατήρησης της εθνικής ομοιογένειας ορισμένων περιοχών, με πρώτη την Ανατολική Μακεδονία. Το Φεβρουάριο του 1924, το Υπουργείο Υγιεινής ζητεί από τη Νομαρχία Κέρκυρας να του γνωρίσει τον αριθμό των αρμενίων και κιρκασίων προσφύγων, διακρίνοντάς τους σε γεωργούς και σε αστούς, προφανώς με σκοπό, αξιολογώντας τα στοιχεία αυτά, να τους μετακινήσει σε κατάλληλα για εγκατάστασή τους μέρη.

    

Έγγραφο της Γενικής Αρμενικής Ένωσης Αγαθοεργίας
Η απάντηση της Νομαρχίας Κέρκυρας αφορά μόνο τους Αρμένιους, αφού δεν υπάρχουν στην Κέρκυρα κιρκάσιοι πρόσφυγες. Η διαδικασία της μετακίνησης των αρμενίων προσφύγων ουσιαστικά αρχίζει από τον επόμενο μήνα. Η Αστυνομική Διεύθυνση Κέρκυρας καταγράφει, ύστερα από εντολή της Νομαρχίας Κέρκυρας, τους αρμένιους πρόσφυγες που διαμένουν στην πόλη της Κέρκυρας και τα προάστιά της. Αρχικά, επρόκειτο να αναχωρήσουν 925 Αρμένιοι, τελικά όμως τον Απρίλιο του έτους αυτού, επιβιβάζονται στο ατμόπλοιο ΄΄Αριστείδης΄΄ 474 άτομα, με προορισμό τη Σητεία της Κρήτης. Τρεις μήνες αργότερα, το Υπουργείο Πρόνοιας ζητεί από το Νομάρχη Κέρκυρας να συνεννοηθεί με τον Φρούραρχο και να αποφανθεί αν επιβάλλεται η απομάκρυνση των προσφύγων που απέμειναν στο νησί. 

Η απάντηση που δίνεται είναι ότι θεωρείται σκόπιμο να απομακρυνθούν οι αρμένιοι πρόσφυγες, θέση την οποία είχαν, ήδη προ διμήνου, εκφράσει οι τοπικές αρχές εξαιτίας της ιταλικής προπαγάνδας που δρούσε στο νησί. Σύμφωνα με δημοσίευμα τοπικής εφημερίδας της 21ης  Μαΐου 1924, ο Ιταλός Σ. Πιζάνι, μέλος της ιταλικής προπαγάνδας, περιέφερε προς υπογραφή, μεταξύ των εβραίων και των αρμενίων προσφύγων, έγγραφο έκκλησης προς τον πρόεδρο της ιταλικής φιλανθρωπικής οργάνωσης των ιπποτών της Μάλτας, πρίγκιπα Γκίκε, να μη διακόψει το συσσίτιο προς αυτούς. Στην έκκληση αυτή, την οποία, εν αγνοία τους, υπέγραφαν οι πλείστοι των προσφύγων, περιλαμβανόταν η υπόσχεση του προσφυγικού κόσμου της Κέρκυρας ότι στην κατάλληλη στιγμή αυτός θα εκδηλώσει έμπρακτα την ευγνωμοσύνη του προς την Ιταλία. Για το λόγο αυτό, εκτός της απομάκρυνσης των προσφύγων, οι τοπικές αρχές ζητούν και την άδεια να απελάσουν τον προπαγανδιστή Πιζάνι.
   Αρχές Αυγούστου του 1924, ο αριθμός των εγκατεστημένων Αρμενίων στην Κέρκυρα, σύμφωνα με τη Νομαρχία, ανέρχεται σε 400. Η μετακίνησή τους αποφασίζεται λίγες ημέρες αργότερα, με προορισμό την Καλαμάτα. Άγνωστο παραμένει κατά πόσο οι τοπικές αρχές επηρέασαν την κεντρική εξουσία στη λήψη αυτής της απόφασης. Πάντως, είναι γεγονός, αφενός μεν, ότι ο αριθμός αυτός των Αρμενίων σε σχέση με τους ομογενείς πρόσφυγες, αλλά και με τον πληθυσμό των γηγενών, ήταν αρκετά μεγάλος, αφετέρου δε, ότι οι τοπικές αρχές δέχονταν με ανακούφιση κάθε απομάκρυνση προσφύγων, και φυσικά και των Αρμενίων.
    Υπήρχαν πιθανότητες η εγκατάσταση αυτού του είδους να έχει θετικά αποτελέσματα; Οι προϋποθέσεις πάντως δεν ήταν και οι πλέον κατάλληλες. Η κοινή εθνική προέλευση οπωσδήποτε τους προσέδιδε το χαρακτηριστικό μιας ομοιογενούς ομάδας, με χαλαρούς όμως δεσμούς, λόγω του διαφορετικού τόπου προέλευσής τους, αφού οι Αρμένιοι της Κέρκυρας δεν φαίνεται να κατέφυγαν σε αυτήν ομαδικά, αλλά τμηματικά, μαζί με άλλους πρόσφυγες. Όμως, έστω και σε μικρότερο βαθμό, το γεγονός αυτό αποτελούσε από μόνο του σημαντική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας εγκατάστασης. Όσον αφορά την επαγγελματική τους απασχόληση, καταβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, προσπάθεια διάκρισής τους σε αστούς και γεωργούς, είναι όμως αμφίβολο εάν αυτή η γνώση αξιοποιήθηκε, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου αναχώρησής τους, αφού την τελευταία στιγμή επιβιβάστηκαν σχεδόν οι μισοί για τους τόπους αποστολής τους, αλλά και του αιφνιδιασμού των αρχών των τόπων αυτών, τουλάχιστον όσον αφορά τη Σητεία της Κρήτης, στοιχεία που αποδεικνύουν τη μη τήρηση κάποιου οργανωμένου σχεδίου.
    Αναφερόμενος κανείς στους Αρμένιους της Κέρκυρας θα πρέπει να κάνει μνεία και στα ορφανά παιδιά Αρμενίων. Στην Κέρκυρα, στο Γαστούρι, από τον Νοέμβριο του 1922, λειτούργησε οργανωμένο ορφανοτροφείο της Αμερικανικής Περίθαλψης Εγγύς Ανατολής, που δημιουργήθηκε από τα ορφανοτροφεία Σεβάστειας, Μερζιφούντας και Αμισού, το οποίο έφτασε να έχει 3.000 περίπου ορφανά, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και αρμενόπαιδα.
    Ορφανά αρμενικής καταγωγής ήταν εγκατεστημένα και στο Παλαιό Φρούριο Κέρκυρας, όταν οι Ιταλοί, στις 31 Αυγούστου 1923, στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχεδίου τους για την κατάληψη της Κέρκυρας, βομβάρδισαν το Παλαιό και το Νέο Φρούριο. Ο βομβαρδισμός στο Παλαιό Φρούριο στοίχισε τη ζωή σε 15 αμάχους, από τους οποίους οι 13 ήταν πρόσφυγες, και τον τραυματισμό 35 προσφύγων. Στο Παλαιό Φρούριο ήταν εγκατεστημένοι 6 έως 8 χιλιάδες πρόσφυγες και 350 ορφανά ελληνικής και αρμενικής καταγωγής, τα οποία τελούσαν υπό την προστασία του δημάρχου του Λονδίνου.
   Οι Αρμένιοι, από την αρχή της εγκατάστασής τους στην Κέρκυρα, εγγράφονται στο σύλλογο των προσφύγων Μικράς Ασίας και Θράκης η «Πρόνοια», μέσω του οποίου και προσπαθούν να επιλύσουν τα προβλήματά τους. Ο σύλλογος προσέφερε στον τομέα της άμεσης περίθαλψης στους Αρμενίους ό,τι και στους ομογενείς πρόσφυγες.  Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο σύλλογος δεν είχε τη δυνατότητα να διεκδικήσει για τους Αρμενίους ό,τι διεκδικούσε για τους ομογενείς πρόσφυγες και αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στον τομέα της μόνιμης στέγασης, αφού κανείς Αρμένιος δεν αποκτά στέγη από το ελληνικό κράτος.
   Το παράρτημα Κέρκυρας της Γενικής Αρμενικής Ένωσης Αγαθοεργίας, που είχε έδρα την Αθήνα, ιδρύθηκε στο νησί, το 1936. Τη χρονική αυτή περίοδο υπάρχει βέβαια ο σύλλογος των προσφύγων, αλλά η δραστηριότητά του έχει κατά πολύ μειωθεί σε σχέση με αυτήν των πρώτων χρόνων, όπως έχει μειωθεί και ο αριθμός των μελών του. Το παράρτημα διοικείται από συμβούλιο που αποτελείται από τον πρόεδρο, το γραμματέα, τον ταμία και δύο συμβούλους.
   Στο παράρτημα αυτό συσπειρώνονται οι λιγοστοί εναπομείναντες στην Κέρκυρα Αρμένιοι. Τα έτη 1939 και 1940, το παράρτημα έχει τριάντα τέσσερα μέλη. Ο ρόλος του είναι αλληλοβοηθητικός και παρέχει την αρωγή του στους έχοντες ανάγκη Αρμενίους, είτε πρόκειται για ηλικιωμένους, είτε για ασθενείς, είτε για ορφανόπαιδα.
   Το παράρτημα της Κέρκυρας διατηρεί άμεση επαφή, τόσο  με την ένωση των Αθηνών, όσο και με την ένωση των Παρισίων, με τις οποίες έχει συχνή αλληλογραφία. Η ένωση μάλιστα των Παρισίων ενισχύει το παράρτημα Κέρκυρας, μέσω των Αθηνών, με τη μορφή μηνιαίας συνδρομής.
   Το παράρτημα διατηρεί, από το έτος 1939, και λέσχη στα πλαίσια της οποίας ιδρύεται σχολείο, ενώ παράλληλα οργανώνεται και  βιβλιοθήκη.
   Το σχολείο αρχίζει τη λειτουργία του από την πρώτη Ιουνίου του 1939 και έχει έντεκα μαθητές. Για το σκοπό αυτό, ενοικιάζεται οίκημα και μία αίθουσά του μετατρέπεται σε αίθουσα διδασκαλίας. Στη στήλη των εξόδων της λέσχης του έτους 1939, συμπεριλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα υλικά και μέσα για τη λειτουργία του σχολείου, καθώς επίσης και οι μισθοί της Αρμένιδος διδασκάλισσας. Τα έξοδα λειτουργίας της λέσχης καλύπτονται από τις συνδρομές των μελών, τακτικές και έκτακτες, και από τα εισπραττόμενα δίδακτρα των μαθητών του σχολείου, δίδακτρα τα οποία ας σημειωθεί ότι είναι συμβολικά, αφού δεν καλύπτουν ούτε το μισθό της δασκάλας.
    Τελειώνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα στους αρμένιους πρόσφυγες που κατάφυγαν στην Κέρκυρα θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα απόσπασμα της συνέντευξης την οποία πήρα, τον Μάρτιο του 1992, από πρόσφυγα με καταγωγή  το Καγιάπασι της Νίγδης, και το οποίο αναφέρεται σε Αρμένιους στην Τουρκία. 


Στην Τουρκία κρατούσαμε καλά οικονομικά. Είχαμε αμπέλια. Εγώ δούλευα  σε έναν Αρμένιο που είχε ραφτάδικο. Μαζί μου ήταν και ένα τουρκόπουλο, με το οποίο κάθε πρωί πήγαινα για δουλειά.. Μία  μέρα, το 1919, φθάνοντας με το τουρκόπουλο στο μαγαζί, είδαμε την πόρτα ανοικτή και μέσα δεν ήταν κανένας. Φωνάξαμε Κιουλμπεκιάν, Κιουλμπεκιάν. Τίποτα. Στην πόρτα είδαμε έναν Τούρκο. Αργότερα, μάθαμε ότι οι Τούρκοι σφάξανε όλη την οικογένεια του Αρμένιου και τους πέταξαν στα πηγάδια, μαζί και τα δύο μικρά παιδιά του. Μεγάλο κρίμα! 

Ο Σπυρίδων Χ. Μουρατίδης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου