Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Το νησί



του Χρήστου Κακούρου

Χασμουρήθηκε έντονα και έκανε να τρίψει τα μάτια του που μόλις είχε ανοίξει. Άλλη μια μέρα ίδια, σαν όλες τις προηγούμενες. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Το δωμάτιο μύριζε αρμύρα και η δροσερή υγρασία της θάλασσας δημιουργούσε μια ωραία αίσθηση ξεκούρασης πάνω στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια. Κι όμως ο ίδιος ένιωθε κουρασμένος. Η κυρα-Ευτυχία καθάριζε τα δωμάτια ανά δύο μέρες. Τέσσερα δωμάτια στη σειρά, με μια μικρή κουζινούλα το καθένα, δυο βήματα από την αμμουδερή παραλία στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού. Θα μπορούσαν σίγουρα να είναι οι ωραιότερες καλοκαιρινές διακοπές που είχε κάνει μέχρι τότε.
Σηκώθηκε μηχανικά, έβαλε τον καφέ να ψήνεται στο μικρό μάτι της κουζίνας και πήγε μέχρι το μπάνιο. Η αλμύρα του νερού που έτρεξε δειλά από τη βρύση είχε τη γνώριμη αστεία γεύση στα χείλη. Φόρεσε το μαγιό για μια ακόμη φορά, τακτοποίησε τα μπανιερά του στην τσάντα και χύθηκε στην πλαστική καρέκλα στο μπαλκονάκι με τους κατιφέδες και τις πετούνιες να απολαύσει τον καφέ του. Διπλός ελληνικός, με δυο κουταλιές ζάχαρη. «Τουλάχιστον ο καφές αποτελεί σταθερή απόλαυση», μουρμούρησε στο μυαλό του. Στο διπλανό μπαλκονάκι ο σιρόκος έπαιζε με τα μαγιό των κοριτσιών που νοίκιαζαν το δωμάτιο. Είχαν φτάσει μόλις δυο μέρες πριν και θα έμεναν άλλες τρεις. Μετά θα πήγαιναν σε άλλο νησί για τέσσερις ακόμη μέρες και πίσω στην Αθήνα. Μετά... γιατί προς το παρόν ήταν για τα καλά αμετακίνητες στο νησί.
Χάζεψε το γαλάζιο που θόλωνε, άσπριζε και γινόταν ένα με τον ουρανό στο βάθος. Ίσα που
μπορούσε να ξεχωρίσει το περίγραμμα των δυο μικρών βράχων στον ορίζοντα. Μοναδικοί περιστασιακοί κάτοικοί στο μεγαλύτερο από τα δυο, τα αιγοπρόβατα του μπαρμπα-Θανάση. Καλοσυνάτος, σκουρόδερμος με χαρακωμένο μέτωπο, ο μπαρμπα-Θανάσης ήταν ο άντρας της κυρα-Ευτυχίας. «Άραγε πως να περνούν τον χειμώνα εδώ;», αναρωτήθηκε. Το μυαλό του προσπάθησε να πλάσει τη συννεφιασμένη εικόνα με τον αέρα, τη βροχή και το κρύο, τα τζιτζίκια όμως που χαλούσαν τον κόσμο με το τραγούδι τους πάνω στα αρμυρίκια της παραλίας δεν του άφηναν και πολλά περιθώρια. Άλλωστε πια δεν είχε κανένα νόημα. Ο χειμώνας πιθανόν να μην έφτανε ποτέ.
Φόρεσε τα γυαλιά και το ψάθινο καπέλο, πήρε την τσάντα και ξεκίνησε για την παραλία. Άραγε, θα μπορούσε να μείνει εκεί σήμερα; Θα μπορούσε να πάει για μπάνιο στην παραλία μπροστά από τα δωμάτια; Γιατί έπρεπε να περπατήσει πάλι για το λεωφορείο που θα τον πήγαινε στην νοτιοδυτική παραλία του νησιού; Ποια ακατανίκητη δύναμη του επέβαλε την ίδια μηχανική επανάληψη των ίδιων επιλογών κάθε φορά; Είχε πλέον πάψει να προσπαθεί. Όσες φορές και αν το είχε προσπαθήσει η κατάληξη ήταν η ίδια. Φάνταζε σαν το περπάτημά του να ήταν μηχανικό. Δεν έστριβε ο ίδιος, δεν βάδιζε ο ίδιος. Ήταν λες και η γη έστριβε κάτω από τα πόδια του, λες και το έδαφος κυλούσε κάτω από τα πόδια που εκείνος κινούσε απλά, μηχανικά στην ίδια αέναη, περιοδική κίνηση.
Έφτασε στη στάση. Το λεωφορείο ήταν εκεί, όπως κάθε άλλη φορά. Ο Γιάννης τον χαιρέτησε βαριεστημένα. Το βλέμμα του ήταν το ίδιο απαθές όπως όλες τις άλλες φορές. Άραγε να ήξερε; Άραγε να ζούσε και εκείνος την ίδια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα; Είχε προσπαθήσει να ρωτήσει, μα οι λέξεις δεν έβγαιναν. Είχε συναίσθηση και θυμόταν το ίδιο καλά κάθε προηγούμενη φορά μα δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτε. Μόνο στις σκέψεις του υπήρχε μια κάποια ελευθερία, μα όχι στις πράξεις. «Δύο τριάντα», είπε βαριεστημένα ο Γιάννης, ενώ έκοβε το εισιτήριο από τη δεσμίδα. Του έδωσε τα χρήματα, πήρε το απόκομμα και προχώρησε προς τα πίσω, ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες θέσεις όπως κάθε άλλη φορά. Κάθισε στη θέση του και κάρφωσε αδιάφορα τα μάτια έξω από το παράθυρο. «Σε δεκαπέντε λεπτά θα έχουν ...τελειώσει όλα» συλλογίστηκε με κάποια σαρκαστική διάθεση ως προς την έννοια του τέλους.
Από το μισάνοιχτο παράθυρο ο ζεστός αέρας χτυπούσε ελαφρά το πρόσωπο και σκορπούσε την καθησυχαστική μυρωδιά από θυμάρι, φρύγανα και αγκάθια. Το χρυσοκάστανο τοπίο περνούσε στο ίδιο μοτίβο και χόρευε όπως κάθε άλλη φορά με το γαλάζιο και το φωτεινό θαλασσί του ορίζοντα. Η μηχανή του παλαιού Volvo μάρσαρε στις ανηφοριές και ο Γιάννης δεν έμοιαζε να πτοείται στις απότομες, στενές στροφές του μοναδικού δρόμου που ένωνε τους δύο οικισμούς του νησιού. «Πέντε λεπτά ακόμη», σκέφτηκε ενώ η παραλία φάνηκε πίσω από την πλαγιά του λόφου που υποχωρούσε, καθώς το λεωφορείο έπαιρνε την τελευταία στροφή.
«Επιστροφή για χώρα στις πέντε και στις οχτώ. Το γράφει και η ταμπέλα», φώναξε ο Γιάννης και ο κόσμος κατέβηκε από το λεωφορείο. Άραγε να ήξερε; Άραγε να επαναλάμβανε μηχανικά τις λέξεις, ενώ γνώριζε ότι τίποτε από αυτά που έλεγε δεν είχε κάποιο νόημα; Η ίδια ακατανίκητη δύναμη, η ίδια αναπόδραστη συνήθεια τον οδήγησε μπροστά στην ταμπέλα της στάσης του λεωφορείου. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και είδε το κολλημένο χαρτί.


Κοίταξε την ώρα στο κινητό του. Όλα σκοτείνιασαν, ο χρόνος χάθηκε από μπροστά του, ο χώρος εξαφανίστηκε κάτω από τα πόδια του...

Χασμουρήθηκε έντονα και έκανε να τρίψει τα μάτια του που μόλις είχε ανοίξει. Άλλη μια μέρα ίδια, σαν όλες τις προηγούμενες. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο. Το δωμάτιο μύριζε αρμύρα...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου