Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Η σημασία του παιχνιδιού στην ψυχολογία του παιδιού






Της Λίλης Γράψα*

 Μέσω του παιχνιδιού τα παιδιά κατανοούν τον εαυτό τους και τον κόσμο που τους περιβάλλει δίνοντάς τους την ευκαιρία να εξασκήσουν καινούριες ικανότητες. Το παιδί μέσα από το παιχνίδι μαθαίνει να επικοινωνεί με άλλους, να αποκτά κοινωνική συμπεριφορά, να λύνει προβλήματα, να είναι δημιουργικό, να προσαρμόζεται σε νέες καταστάσεις. Οι γονείς δεν πρέπει να υποτιμούν αυτή τη διαδικασία, αφού το παιχνίδι αποτελεί απαράληπτο στοιχείο στην εξέλιξη του παιδιού. Είναι σημαντικό και οι ίδιοι να συμμετέχουν ενεργά και να αφιερώνουν χρόνο σ΄ αυτό, γιατί παρατηρώντας το παιδί να παίζει μπορούν να καταλάβουν ποιες ικανότητες έχει αναπτύξει και ποιες χρειάζεται να αναπτύξει περισσότερο, να ενθαρρύνουν τη φαντασία του και να εκφράσει συναισθήματα που μέχρι πριν δε θα έκανε. Εντούτοις, εκτός από το απλό παιχνίδι μεταξύ παιδιών ή παιδιών και γονέων υπάρχει και το θεραπευτικό παιχνίδι που έχει εδραιωθεί στο χώρο της ψυχοθεραπείας.



Τι είναι το θεραπευτικό παιχνίδι;


  Το παιχνίδι είναι βασική δραστηριότητα για την ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπου που λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με την κινητική του δράση και το δεύτερο με την ανάπτυξη του λόγου ως εργαλείο εκμάθησης. Το παιχνίδι βοηθά στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου του και στην ποιοτική επικοινωνία με τους γύρω του χρησιμοποιώντας το. Επιπλέον, μέσα από το παιχνίδι προάγεται η χαρά της δημιουργίας και η ανάπτυξη της φαντασίας σε δραστηριότητες, όπως η ζωγραφική, το παιχνίδι ρόλων κτλ. Με αυτό τον τρόπο, το παιχνίδι συντελεί στη διαμόρφωση του αισθητηριακού, διανοητικού, γνωσιακού και αντιληπτικού πεδίου του ατόμου.
  Αρχικά, το παιδί ξεκινάει από το ατομικό ή συμβολικό παιχνίδι, όπου παίζει μόνο του, ανεξάρτητα από την παρουσία των άλλων. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι το κορίτσι που προσποιείται ότι φροντίζει την κούκλα της. Εξελικτικά και υπό φυσιολογικές συνθήκες, το ομαδικό παιχνίδι παίρνει τη θέση του ατομικού. 


Η διαφορά του ομαδικού παιχνιδιού απ΄ το ατομικό έγκειται στο ότι το δεύτερο ως βάση του έχει την αντίδραση και αλληλεπίδραση με τους άλλους. Εδώ, το παιδί αποκτά καλύτερη αίσθηση του εαυτού του μέσα από την κοινωνικοποίησή του. Στο ομαδικό παιχνίδι το άτομο χάνει το ασφαλές εξατομικευμένο περιβάλλον του, κρατώντας όμως παράλληλα τη μοναδικότητά του. Καλείται να προσαρμοστεί στα όρια και στους κανόνες που ορίζονται από τους συμπαίκτες του, προκειμένου να γίνει αποδεκτό και λειτουργικό μέλος της ομάδας.
   
Οι ρόλοι
 
Σε όλα τα είδη παιχνιδιού, η υιοθέτηση συγκεκριμένων ρόλων από το παιδί αποκαλύπτει τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο. Τα παιδιά τείνουν να μιμούνται τους μεγαλύτερους, με συνέπεια να αναπαράγουν στο παιχνίδι αντίστοιχους κοινωνικούς ρόλους. Οι ρόλοι, αν και μιμούμενοι από γονείς, φίλους ή άλλα συγγενικά πρόσωπα καθρεφτίζουν ποικίλα συναισθήματα, όπως αγάπη, θυμός, ενθουσιασμός, επιθετικότητα, ανταγωνιστικότητα. Τα περισσότερα παιδιά επιθυμούν τη νίκη ως επιβράβευση ή ως ένδειξη ισχύος και πολλές φορές αποδοκιμάζουν την ήττα περιγελώντας τους νικημένους αντιπάλους. Σε περίπτωση ήττας, κάποια παιδιά την ανέχονται με καρτερικότητα και παραμένουν στο παιχνίδι. Άλλα αντιδρούν με κλάμα και αποχωρούν, ενώ άλλα θυμώνουν και αντιδρούν με εκδικητικότητα. Σε κάθε ρόλο υπάρχει η προσδοκία δράσης-αντίδρασης, κυρίως στα ομαδικά παιχνίδια που η αλληλεπίδραση αφορά ένα σύνολο ατόμων. Ένα στερεοτυπικό παράδειγμα, όπως είναι το παιχνίδι ρόλων δασκάλου-μαθητή φανερώνει την ανάγκη για φροντίδα και βοήθεια από το άτομο που επιλέγει το ρόλο του μαθητή, όπως και την επιθυμία επιβολής, αναγνώρισης και θαυμασμού από το άτομο που επιλέγει το ρόλο του δασκάλου. Συνήθως, τα παιδιά αναπαράγουν συμπεριφορές με γνώμονα τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους, αλλά και του ρόλου που έχουν αναλάβει στην πραγματική τους ζωή. Αυτό σημαίνει ότι το ρόλο του δασκάλου μπορεί να επιλέξει ένα παιδί που λειτουργεί ανεξάρτητα και με ωριμότητα. Στον ίδιο ρόλο όμως δεν αποκλείεται να στραφεί και ένα παιδί που καθοδηγείται συνεχώς από την οικογένειά του επιδιώκοντας στο παιχνίδι του τη θέση του κυρίαρχου-ηγέτη. Βασικό και υγιές είναι οι ρόλοι να εναλλάσσονται. Στην περίπτωση που ένα παιδί επιλέγει τον ίδιο πάντα ρόλο πολωτικά, προκύπτει ζήτημα προς διερεύνηση.
   

 Τα διπλά μηνύματα
Ανησυχητικό είναι όταν αρνητικοί εσωτερικευμένοι ρόλοι διαιωνίζονται από την παιδική στην ενήλικη ζωή. Το παιδί που διαδραματίζει συνεχώς έναν υποτακτικό ρόλο στο ομαδικό παιχνίδι, μετέπειτα το παιδί αυτό ίσως αντιμετωπίσει δυσκολίες όσον αφορά στην υπεράσπιση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Κάτι τέτοιο φέρει αρνητικές επιπτώσεις στην ζωή του ατόμου, καθώς αναπτύσσονται αισθήματα χαμηλής αυτοπεποίθησης, ντροπής, ενοχής και ματαιότητας. Βασικός στόχος είναι η αντικατάσταση των δυσλειτουργικών ρόλων από νέους, πιο αποτελεσματικούς, οι οποίοι θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής. Αυτό συμβαίνει μέσω της μελέτης φαύλων κύκλων, διπλών μηνυμάτων και εμπλοκών που δυσχεραίνουν τις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου.
   

Τα συναισθήματα
 
Κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας, το παιδί μαθαίνει να εκφράζει σωστά τα συναισθήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή νιώθει και δυσκολεύεται να ονομάσει. Ο ψυχοθεραπευτής ενθαρρύνει το παιδί να παίξει, να ζωγραφίσει, να ταυτίσει τις κούκλες του με αληθινά πρόσωπα της ζωής του (όπως τη μαμά, τον μπαμπά, τη γιαγιά, ή έναν συμμαθητή του). Έτσι, το παιδί βοηθάει τον ειδικό να κατανοήσει το οικογενειακό κλίμα μέσα στο οποίο ζει και την αλληλεπίδραση των σχέσεων που έχει αναπτύξει στο σχολείο και στο κοινωνικό του περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του στρες. Σχεδόν αμέσως αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τον ψυχοθεραπευτή μία σχέση ασφάλειας και αποδοχής, ένα θεραπευτικό συμβόλαιο που ανανεώνεται κάθε φορά σε ένα χώρο όπου οι εντάσεις μένουν έξω από την πόρτα.

*Η κα. Λίλη Γράψα είναι  ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια στο Διά...λόγου Τέχνη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου